Η Κομισιόν προσπαθεί να θέσει σε ισχύ τη CETA με αντιδημοκρατικά τεχνάσματα

Η συμφωνία CETA μεταξύ ΕΕ και Καναδά, η οποία δεν είναι παρά η καναδική εκδοχή της TTIP, βρίσκεται ένα βήμα πριν την επικύρωση η οποία επιχειρείται να γίνει με τον ίδιο αντιδημοκρατικό τρόπο με τον οποίο διεξήχθησαν οι διαπραγματεύσεις της.

Πέρα από τις παραπλανητικές εξαγγελίες για τα δήθεν οφέλη της CETA, η πραγματικότητα είναι ότι πρόκειται για μια υπερσυμφωνία που κυριολεκτικά συντρίβει τις χώρες και μαζί τα δικαιώματα των πολιτών τους και προκλητικά παραχωρεί υπερεξουσίες σε εταιρείες.

Με ένα κείμενο 1500 σελίδων, η CETA είναι ουσιαστικά η TTIP από τη πίσω πόρτα αφού ενέχει τους ίδιους κινδύνους για τη δημοκρατία και περιλαμβάνει το διαβόητο ICS (Investor Court System – εταιρικό δικαστικό σύστημα). Αυτό επιτρέπει σε ξένες εταιρείες να μηνύσουν τις κυβερνήσεις για οτιδήποτε δεν τους αρέσει – για θέματα όπως η προστασία του περιβάλλοντος, η θέσπιση νόμων κοινωνικής προστασίας από τις χώρες, κ.λπ. Έτσι, αν η CETA τεθεί σε ισχύ, εκατοντάδες εταιρείες με έδρα τις ΗΠΑ θα είναι σε θέση να ασκήσουν αγωγή κατά των Ευρωπαϊκών χωρών ακόμα και αν δεν περάσει η ΤΤΙΡ. Και αυτό γιατί πολλές εταιρείες των ΗΠΑ λειτουργούν σήμερα στον Καναδά, αφού οι δύο οικονομίες έχουν σε μεγάλο βαθμό ενσωματωθεί με την υπογραφή της NAFTA, μιας άλλης μεγάλης εμπορικής συμφωνίας 20 χρόνια πριν.

Επιπλέον ο Καναδάς είναι η τρίτη χώρα στο κόσμο σε καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων οργανισμών (ΓΤΟ) – πρόσφατα μάλιστα επέτρεψε και τη πώληση ΓΤ σολομού χωρίς σήμανση. Έτσι, οι ευρωπαίοι πολίτες, οι οποίοι στη πλειοψηφία τους δεν αποδέχονται την άκρως επικίνδυνη ΓΤ και τα προϊόντα της, θα βρεθούν αντιμέτωποι – και μέσω ICS – με την άλωση της Ευρώπης από τους ΓΤΟ, μια εξέλιξη την οποία αντιμάχονται εδώ και 20 χρόνια.

2nd_edition_ceta_briefing_2016

Δυστυχώς η Κομισιόν βρίσκεται σταθερά ενάντια στους ευρωπαίους πολίτες και με κάθε τρόπο υπονομεύει τον αγώνα τους και τα δικαιώματά τους. Ενώ το ενδιαφέρον στην Ευρώπη ήταν στραμμένο στην εκστρατεία ενάντια στην ΤΤΙΡ, η Κομισιόν προσπάθησε αρχικά να περάσει τη CETA ως αποκλειστική συμφωνία της ΕΕ με το Καναδά ώστε να μην χρειάζεται επικύρωση από τα κοινοβούλια. Όμως κάτω από τη πίεση των πολιτών και το χαστούκι του Brexit η Κομισιόν (για να αποφύγει τις περαιτέρω κατηγορίες για αντιδημοκρατικότητα στην ευρωπαϊκή διαδικασία λήψης αποφάσεων) αναγκάστηκε να υποκύψει και να θεωρήσει τη CETA ως «μικτή» συμφωνία – πράγμα που σημαίνει ότι απαιτείται να επικυρωθεί από όλα τα εθνικά κοινοβούλια.

Ωστόσο, μετά τον απόηχο του Brexit, η Κομισιόν επανέρχεται, έχοντας επινοήσει ένα ακόμη τέχνασμα. Αυτή τη φορά προτείνει την «προσωρινή εφαρμογή» της CETA. Τι σημαίνει αυτό;

Σύμφωνα με τη νομοθεσία της ΕΕ, όταν μια εμπορική συμφωνία έρχεται στο Συμβούλιο των Υπουργών, μπορούν να αποφασίσουν να εφαρμόσουν το σύνολο ή μέρη αμέσως, χωρίς δηλαδή να χρειάζεται να περιμένουν για την κοινοβουλευτική έγκριση σε εθνικό επίπεδο. Σε αυτή την περίπτωση, το πιθανότερο σενάριο είναι αυτό που θα δει τη CETA να προχωρά προς κύρωση στο Ευρωκοινοβούλιο στα τέλη του τρέχοντος έτους και στη συνέχεια, με την ευλογία του Συμβουλίου, το περισσότερο από το 90% της CETA θα τεθεί σε ισχύ. Για τα υπόλοιπα κομμάτια της θα απαιτείται επικύρωση από τα εθνικά κοινοβούλια. Με άλλα λόγια, η διαδικασία αυτή παρακάμπτει τα εθνικά κοινοβούλια και εκ των πραγμάτων υπονομεύει την πρόταση της Κομισιόν για τις από κοινού μοιραζόμενες αρμοδιότητες. Αυτό το σενάριο θα έχει τρεις σημαντικές συνέπειες.

Κατ’ αρχάς, αποκλείοντας το μεγαλύτερο μέρος της συμφωνίας από τον εθνικό κοινοβουλευτικό έλεγχο καταργεί τη δημοκρατική λογοδοσία από τη διαδικασία της επικύρωσης και μαζί της τις ανησυχίες των πολιτών που έχουν εμπλακεί ενεργά στο συγκεκριμένο θέμα.

Δεύτερον, αν η CETA εφαρμοστεί προσωρινά, αυτό σημαίνει ότι οι οικονομικοί φορείς θα αρχίσουν αμέσως την εφαρμογή των διατάξεών της. Όταν το υπόλοιπο μέρος της συμφωνίας θα πάει στα εθνικά κοινοβούλια σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτό θα τους ασκήσει πίεση να επικυρώσουν τη CETA γιατί η καταψήφιση θα είχε υψηλό οικονομικό κόστος.

Τρίτον, παρακάμπτοντας τα εθνικά κοινοβούλια και μη λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη των πολιτών θα ήταν μια επικίνδυνη απόφαση σε πολιτικό επίπεδο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση των αντιευρωπαϊκών αισθημάτων, όπως έχουν δείξει τα πρόσφατα γεγονότα.